Ευκίνητη Οικονομία: κλειδί για την ανάπτυξη

Μια μικρή ανοικτή οικονομία, με τεράστια εξάρτηση από τις εξαγωγές, δεν μπορεί να έχει την πολυτέλεια της δυσκινησίας και της δυσκαμψίας

Η Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών του Άνταμ Σμιθ, από το μακρινό 1776, αποτελεί την πρώτη διατριβή υπέρ της ελεύθερης αγοράς με τη γνωστή χρήση του όρου “αόρατο χέρι”. Σύμφωνα με τον Σμιθ, ένα άτομο που δρα για το προσωπικό του συμφέρον σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, τείνει να προωθεί και το συμφέρον της κοινωνίας. Οι δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης σε μια ελεύθερη αγορά αποκαθιστούν την ισορροπία και λειτουργούν ως κοινωνικός μηχανισμός, ωσάν να καθοδηγούνται από ένα αόρατο χέρι που φροντίζει για το κοινό καλό.

Οι βασικές αρχές της θεωρίας του Σμιθ εξακολουθούν να είναι γενικά αποδεκτές μέχρι και σήμερα. Ο οικονομολόγος Τζων Μέυναρντ Κέυνς μας υπέδειξε βέβαια, το 1936, ότι η ελεύθερη αγορά δεν καταλήγει πάντοτε στο επιθυμητό αποτέλεσμα και συνεπώς επιβάλλεται η κρατική παρέμβαση προς αποκατάσταση της ισορροπίας.

Η ελεύθερη αγορά αποτελεί βασικό εργαλείο ανάπτυξης στις μοντέρνες οικονομίες και η παραγωγική διαδικασία εμπίπτει κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Ο ρόλος του κράτους, όμως, είναι σημαντικός και πολύπλευρος. Αφορά κυρίως το ρυθμιστικό πλαίσιο, τον έλεγχο, και την εφαρμογή πολιτικών για μακροοικονομική σταθερότητα και λειτουργική αποτελεσματικότητα. Ο ρόλος του κράτους επεκτείνεται και στην παροχή δημοσίων αγαθών όπως είναι η παιδεία, ο τομέας τη υγείας και της ασφάλειας. Αφορά επίσης στην ανακατανομή του πλούτου και τη χρηματοδότηση της κοινωνικής μέριμνας.

Με ποια ταχύτητα θα πρέπει να κινείται το αόρατο χέρι, με ή χωρίς κρατική παρέμβαση, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ισορροπία; Η απάντηση μπορεί να δοθεί συγκριτικά. Στην εποχή της σταθερότητας και της ηρεμίας οι ρυθμοί προσαρμογής της οικονομικής δραστηριότητας προς την ισορροπία είναι ήπιοι. Στην εποχή των διακυμάνσεων, της μεταβλητότητας και των διαρθρωτικών αλλαγών, οι ρυθμοί είναι σαφώς εντονότεροι. Είναι σε τέτοιες εποχές που η ευκινησία και η γρήγορη προσαρμογή στα νέα δεδομένα, αποτελούν απαραίτητα συστατικά της επιτυχούς οικονομικής διαχείρισης. Η ‘ευκίνητη οικονομία’ (agile economy) ενεργεί ως ασπίδα προστασίας απέναντι στους οικονομικούς κινδύνους, αλλά και ως μοχλός ανάπτυξης με την αξιοποίηση νέων ευκαιριών.

Η Κύπρος είναι μια μικρή ανοικτή οικονομία. Το μικρό μέγεθος της εσωτερικής αγοράς περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης. Γι’ αυτό και η επιτυχία της κυπριακής οικονομίας εξαρτάται από τον εξαγωγικό της χαρακτήρα. Το σύνολο των εξαγωγών της χώρας, αγαθών και υπηρεσιών, είναι γύρω στο 65% του ΑΕΠ, όσο είναι περίπου και το σύνολο των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Οι εξαγωγές υπηρεσιών επικεντρώνονται στον τουρισμό, τις μεταφορές, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και στον τομέα των διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Όταν είσαι μια μικρή ανοικτή οικονομία, με τεράστια εξάρτηση από τις εξαγωγές, δεν μπορείς να έχεις την πολυτέλεια της δυσκινησίας και της δυσκαμψίας. Οι πραγματικότητες της οικονομίας, αλλά και του εθνικού μας προβλήματος μέσα σε ένα ασταθές διεθνές πλαίσιο, επιβάλλουν την υιοθέτηση της ευκίνητης οικονομίας: είναι η οικονομία όπου ο παραγωγικός ιστός – ανθρώπινο δυναμικό, τεχνολογία, επιχειρηματικότητα – ενεργεί κι εξελίσσεται με δυναμισμό και ταχύτητα, αξιοποιώντας την καλύτερη τεχνογνωσία σε διεθνές επίπεδο και υιοθετώντας τις βέλτιστες πρακτικές διακυβέρνησης. Ο δημόσιος τομέας, όμως, πρέπει να λειτουργεί ως εταίρος του ιδιωτικού, υιοθετώντας τις πρακτικές ενός σύγχρονου κράτους. Η μεταρρύθμιση που έχει σαν στόχο την ευκίνητη οικονομία δεν είναι θέμα επιλογής. Στη σημερινή εποχή η μεταμόρφωση του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα είναι θέμα επιβίωσης, μα είναι, ή θα έπρεπε να ήταν, και θέμα οράματος.

Ο διεθνής ανταγωνισμός είναι σαφώς πιο οξύς. Η δε εξέλιξη της τεχνολογίας και ειδικότερα της ψηφιακής μεταμόρφωσης, λαμβάνει άνευ προηγουμένου διαστάσεις και ήδη αναφέρεται ως η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Η διαδικτυακές και τηλεπικοινωνιακές εξελίξεις φέρνουν πλέον τον ξένο ανταγωνισμό στο σπίτι μας. Δεν ανταγωνιζόμαστε μόνο με την επιχείρηση στο δρόμο απέναντι ή στη διπλανή πόλη. Ο ανταγωνισμός είναι πλέον παγκόσμιος. Αυτό γίνεται ολοένα και πιο έντονο στον τομέα των υπηρεσιών, δηλαδή τον κατεξοχήν πυλώνα της Κυπριακής οικονομίας. Η Κύπρος κατέχει μόλις την 23η θέση στην Ευρώπη ως προς τη ψηφιακή της επίδοση. Κατ’ επέκταση, η διατήρηση και η περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας περνά μέσα από σοβαρές επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές.

Οι επιπτώσεις των τεχνολογικών αλλαγών είναι ήδη μεγάλες και θα μας επηρεάζουν ασφαλώς. Δε μπορούμε να αντιστρέψουμε αυτή την εξέλιξη. Συνεπώς πρέπει να την αγκαλιάσουμε. Με ποιο τρόπο; Καθιστώντας την οικονομία ευκίνητη και ευέλικτη. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι ο πληθυσμός και ειδικότερα οι νέοι μας, έχουν τις δεξιότητες, τη τεχνολογική γνώση και τη φαντασία να αξιοποιούν τις ευκαιρίες δημιουργικά. Πρέπει να προωθήσουμε τη καινοτομία και τη συλλογική προσπάθεια.

Χρειαζόμαστε μια κουλτούρα ανοικτή στις επιδράσεις που αναζητεί τις ευκαιρίες, και όχι κλειστή και εσωστρεφή που αναζητεί προστασία από αυτές.

Περάσαμε από την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού στην εποχή του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού ως το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των δυτικών οικονομιών. Αυτό εμπερικλείει περισσότερη αστάθεια και μεγαλύτερες διακυμάνσεις στη παραγωγική διαδικασία. Μέσα σε τέτοιο περιβάλλον, ευκίνητες και σύγχρονες οικονομίες, έχοντας την ικανότητα γρήγορης προσαρμογής, δημιουργούν νέα συγκριτικά πλεονεκτήματα που οδηγούν σε καινούριους τομείς ανάπτυξης. Για τη μικρή και τρωτή Κύπρο, η διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας είναι ουσιαστικής σημασίας εφόσον ενισχύεται η διασπορά του κινδύνου κι ελαχιστοποιείται η πιθανότητα οικονομικής ύφεσης και κρίσης.

Στον κόσμο του σήμερα, η ευκίνητη οικονομία όντως μπορεί να ενεργήσει σαν ασπίδα προστασίας για τη χώρα μας, συμβάλλοντας ταυτόχρονα και στην προοπτική ανάπτυξης της οικονομίας. Αόρατο χέρι όμως δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ο ‘από μηχανής θεός’ για να μας δώσει τις λύσεις. Το μέλλον θα πρέπει να το φτιάξουμε εμείς με όραμα, με κόπο, με σοβαρότητα, παίρνοντας τις δύσκολες αποφάσεις.

 

Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος και Διευθυντής Διεύθυνσης Λειτουργικών Εργασιών Τράπεζας Κύπρου – Χριστάκης Πατσαλίδης

Leave a Reply

Your email address will not be published.